Η συμπεριφορά αυτή επιβεβαιώθηκε πολλές φορές. Για παράδειγμα από τις 3 μέχρι τις 19 Απριλίου 2006 έγινε ένα σμήνος 9 σεισμών νότια της Ζακύνθου με μεγέθη 5.2-5.9 και τελευταία, σε διάστημα 1.5 μήνα μέσα στο 2008 έγιναν 8 σεισμοί με μεγέθη από 5.4 μέχρι 6.7 Ρίχτερ. Στις 6 Ιανουαρίου έγινε ο πρώτος ισχυρός σεισμός μεγέθους 6.6 ρίχτερ και σε βάθος 86 km στην περιοχή του Λεωνιδίου, ακολούθησαν οι δίδυμοι σεισμοί με μεγέθη 5.4 και 5.5 στις 4 Φεβρουαρίου στον Ερύμανθο νότια της Πάτρας, και από τις 14 μέχρι τις 20-2-2008 πέντε σεισμοί με μεγέθη 6.7, 6.6, 5.6, 6.5 και 5.6 στο θαλάσσιο χώρο νότια της Μεθώνης, και ακολούθησαν πολλοί άλλοι μικρότεροι. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 14 ισχυρούς σεισμούς της περιόδου από την 1-1-2007 μέχρι 20-2-2008 οι 12, ή το ~86%, έγιναν στο δυτικό μέρος του τόξου από τους Παξούς, τα Ιόνια νησιά και την Πελοπόννησο μέχρι την Κρήτη.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα συγκέντρωσης των σεισμών στο χώρο και στο χρόνο είναι οι δύο σεισμοί με μεγέθη 6.7 και 7 Ρίχτερ, που έγιναν στην περιοχή της Αταλάντης στις 20 και 27 Απριλίου 1894, αντίστοιχα, και προκάλεσαν το θάνατο 300 περίπου ανθρώπων και την καταστροφή 4000 κατασκευών, κυρίως σπιτιών. Των σεισμών του 1894 προηγήθηκε ο σεισμός της 23ης Μαΐου του 1893 στη Θήβα, με εκτιμώμενο μέγεθος 6.2 Ρίχτερ. Πηγαίνοντας πίσω στο χρόνο βλέπουμε παρόμοια συμπεριφορά που πιστοποιεί τη συγκέντρωση των σεισμών στο χώρο και στο χρόνο. Στην ευρύτερη περιοχή της Αταλάντης σεισμούς με παρόμοιο εκτιμώμενο μέγεθος, γύρω στο 7, είχαμε το 551 μ.Χ. στη Χαιρώνεια με πολλούς νεκρούς, και μετά στον Αχινό, και το 426 π.Χ. στον Ορχομενό, και μετά στη Σκάρφεια-Θρόνιο με πάνω από 2500 νεκρούς.
συνεχίζεται...

























